Tο Oρφανοτροφείο μας

Τις χαρούμενες μέρες των Χριστουγέννων -αυτές τις γιορτινές μέρες- με χαρά μου πληροφορήθηκα από τον ημερήσιο τις δωρεές σε είδος και χρήμα προς το ορφανοτροφείο. Αυτές τις άγιες και χαρούμενες μέρες τα παιδιά είναι πάντα στο επίκεντρο της ευαισθησίας μας. Για πολλοστή φορά έλαμψε σ’ αυτό το ίδρυμα η γενναιοδωρία και η αγάπη των συνανθρώπων μας.

Στη μεγάλη αίθουσα υποδοχής του κτιρίου στέκει κανείς περήφανος μπροστά στις επιτοίχιες μαρμάρινες πλάκες τόσα! και τόσα! ονόματα ευεργετών και δωρητών και πολλών Κεφαλονίτικων Συλλόγων «εν τη ξένη διαβιούντων».

Eχοντας τα τυπικά προσόντα δηλαδή της καθηγήτριας της Χαροκοπείου Ανωτάτης Σχολής Oικιακής Oικονομίας είχα την τιμή να αναλάβω την διεύθυνση αυτού του ιδρύματος με τις ποικίλες και πολλαπλές ανάγκες -από το νερό στ’αλάτι- όπως λέμε! αλλά με πολλές εγκάρδιες ευχές από την αείμνηστη Διευθύντριά μου της Χαροκοπείου  Μαριάνθης Ματσούκη. Με κάλεσε στο γραφείο της -μνήμες αλησμόνητες- και μου λέει: Διονυσία θα πας στην Κεφαλλονιά στο Αργοστόλι να διευθύνεις το Oρφανοτροφείο! Εγώ τρέμοντας ερώτησα:

Τι θα κάμω εγώ στο ιδρυμά; το πτυχίο μου είναι να διοριστώ καθηγήτρια σ’ ένα γυμνάσιο και η καταιγιστική απάντηση ήταν: Θα πας! Kαι θα κάμεις πολλά! και σηκώθηκε από την καρέκλα! Τέρμα η συζήτηση!

Πήγα! και έζησα με τα παιδιά, με τα προβλήματά τους, με τις φροντίδες τους, με τις αρρώστιες τους με τις επιθυμίες τους αλλά και με χαρές!

Δέκα χρόνια! Kαι με τα προβλήματα στέγασης μας, αφού όταν ανέλαβα τα καθήκοντα μου το ορφανοτροφείο στεγάζονταν σε ένα λυόμενο του στρατού, ήταν η μετασεισμική χρονική περίοδος (1956-1966).

Η πρώτη μέρα της άφιξης μου στο ορφανοτροφείο είναι μιά αλησμόνητη μέρα της ζωής μου. Την πρώτη στιγμή που έφθασα όπου θα έμενα ως εσωτερική και ενώ κατέβαζα τα βαλιτσικά μου με την βοήθεια του πατέρα μου από τα ταξί, είδα κάτι παιδικά ματάκια να προσπαθούν από κάποιο παράθυρο να δουν την καινούρια διευθύντρια, αλλά την ίδια αγωνία φαίνεται είχε και το προσωπικό, γιατί με την συγκίνηση που με κατείχε και εμένα για το άγνωστο αυτής της θέσης, βλέπω στα παράθυρα κάποιες μεγάλες γυναίκες και κάποιες γυναικείες φωνές να λένε: Ω! ένα μωρό φέρανε να μας διευθύνει! Και κάποιες παιδικές φωνές έλεγαν: Ω! ένα κουκλί! ένα κουκλί!

Μπαίνοντας στο διάδρομο είδα αυτά τα ματάκια να αναρωτιούνται ποια τύχη τα περίμενε. Θα ήμουν καλή; Σκληρή; Αυστηρή; ομως κι εγώ, σε καλύτερη μοίρα δεν ήμουν. Με κυριαρχούσε ένας φόβος για το άγνωστο των καθηκόντων μου σ’ ένα ίδρυμα -δεν ήταν ένα σχολείο- και τώρα βρίσκω ότι μου ταίριαζε περίφημα  η παροιμία που λέει: «φοβάται ο Γιάννης το θεριό και το θεριό το Γιάννη!». Με αυτή την ψυχολογία προχωρήσαμε στην κάμαρα μου, ο πατέρας και εγώ και εκεί έγινε το θαύμα! Μόλις έκλεισε η πόρτα και καθώς στεκόμουν μπροστά στις κλεισμένες μου βαλίτσες ο πατέρας μου λέει με πολύ εκφραστικό ύφος: «Παιδάκι μου, κάμε ότι μπορείς να δώσεις χαρά σε αυτά τα παιδιά!».

Από εκείνη την ώρα βρήκα τον προορισμό μου δεν φοβήθηκα τα καθήκοντά μου, δεν φοβήθηκα τίποτα!

Με πολλά από τα παιδιά τοτε έχω αγάπη, επαφή, συνομιλία είτε εδώ στην Ελλάδα, είτε στο εξωτερικό.

Θυμάσαι, μου λένε τώρα, τις εκδρομές μας που πηγαίναμε με το φορτηγό του Πέτρου αφιλοκερδώς;

Θυμάσαι τις χοροεσπερίδες το κοσμικό γεγονός του Αργοστολιού, που ήρθες στους θαλάμους μας και μας βρήκες με τα νυχτικά να κρυφοκοιτάμε τον χορό και την ορχήστρα με τα τόσα όργανα;

Θυμάσαι που μας πέταξες κάτι ομοιόμορφες ποδιές ριγέ μαύρο-γκρι και άνοιξες κάτι τεράστιους μπόγους (μεγάλα δέματα) με ρούχα της ουντρα (μεταπολεμική αμερικανική ανθρωπιστική οργάνωση) και μας είπες: πάρτε ότι θέλετε και ότι σας κάνει.

Θυμάσαι που μας έντυσες πιγκουΐνους τις απόκριες και πήραμε το Α’ βραβείο;

Θυμάσαι που έφερες τον τσαγκάρη στο ιδρυμα και μας πήρε μέτρα για παπούτσια, το σχέδιο που θέλαμε και που πρώτη φορά φορέσαμε;

Θυμάσαι τη μεγάλη μας χαρά όταν μας έδωσες μιά ντουλάπα με κλειδαριά, μιά ντουλάπα ολοδικιά μας, ιδιοκτησία μας, στο σύγχρονο μετασεισμικό κτίριο; Αλήθεια μέσα σ’ αυτή την ντουλάπα -την έκανα γούστο- έβρισκες ολόκληρο μαγαζί-δικό τους! Oλοδικό τους! Ρούχα μοσχοσάπουνα, βιβλία, κούκλες μικροεργαλεία, κάρτες, αφίσες διάφορα δώρα που έπαιρναν τις γιορτές, όλα φυλαγμένα ευλαβώς!

Σ’ ένα ιδρυμα που κυριαρχείται με ομαδική διαβίωση η ιδιοκτησία ενός ντουλαπιού αποκτά μεγάλη αξία αφού μέχρι σήμερα τα θυμούνται με αγαλλίαση!

Το Βρεφοκομείο ήταν ένας χώρος που μου έδινε πολλές χαρές, είχα υπεύθυνη εκεί την Παρασκευή Παρίση -την Παρισούλα- αξέχαστη η αφοσίωσή της σ’ αυτά τα μωρά! Η Παρισούλα τα μωρά της αφού τα μοσχόπλενε και τα έντυνε με ρουχαλάκια εκλεκτά, δωρεά οικογενείας Νικολάου Λυκιαρδόπουλου τα καμάρωνε λέγοντας: Ε! ο Αφέντης μου! Ε! ο Hλιος μου! Mία έκφραση χαρακτηριστική από τις παραδοσιακές μανάδες μιάς άλλης εποχής!

Μιάς άλλης εποχής και ο γιατρός μας, αφιλοκερδής και αγαπητός μας. Αξέχαστη η προσφορά του Νικόλαου Τρωιάνου, δεν έχει φύγει ποτέ από την μνήμη μου. Τώρα σκέπτομαι πόσες φορές με βοήθησε στην υπευθυνότητά μου να περάσουμε κάποιες ώρες αγωνίας και ασθενειών. Πάντα πρόθυμος με αγάπη και αφιλοκέρδεια, δεκαπέντε χρόνια προσέφερε τις ιατρικές του γνώσεις και τη βοήθειά του, οποιαδήποτε ώρα τον είχαμε ανάγκη. Αντιμετώπιζε τα παιδιά με αστεία και χάδια, αλλά και με παρατσούκλια! Τη ζωηρή μικρούλα που, πάντα πρώτη σε όλα, έτρεχε και μπερδευόταν στα πόδια του την είχε βγάλει «Σπόρο»! O «Σπόρος» είναι σήμερα  38 ετών, θυμάται το παρατσούκλι της και γελάει!

Η ίδρυση και η προσφορά του ορφανοτροφείου οφείλεται στην δραστηριότητα, την ανθρωπιά και το όραμα δύο εκλεκτών κυριών  της Αργοστολιώτικης κοινωνίας! Της αείμνηστης Αγνής Μεταξά και της αείμνηστης Κάτε Τουλ. Η Αγνή Μεταξά από πολύ νέα φρόντιζε για τους αναξιοπαθούντες και άπορους κατά την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Διεξήγαγε εράνους για το σκοπό αυτό. οταν τελείωσε ο πόλεμος της είχε απομείνει ένα ποσόν χιλίων δραχμών δωρεά του Ληξουριώτη ανθρωπιστή και ιατρού χειρουργού Μαρίνου Γερουλάνου.

Eτσι ξεκίνησαν οι δύο κυρίες και μάζεψαν γύρω τους 80-100 ορφανά και νόθα παιδιά. Το 1920 συγκροτήθηκε το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο, με προσπάθειες δέκα ετών και την πολύτιμη στήριξη του αείμνηστου Aθω Ρωμάνου πρεσβευτού μας τότε στο Λονδίνο, στεγάστηκαν στο κτίριο του Αγγλικού Προξενείου που μέχρι το 1930 ήταν κατοικία του Aγγλου υποπρόξενου Ιωάννη  Σάνδερς. Το προσεισμικό αυτό κτίριο αργότερα δωρήθηκε στο νησί μας την Κεφαλονιά και έγινε μόνιμη κατοικία των παιδιών, μέχρι το 1953 χρονολογία του καταστρεπτικού σεισμού. Το κτίριο ανοικοδομήθηκε μετά το σεισμό με έρανο του ΑΓΓΛΙΚOΥ ΛΑOΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΛΤΑΣ όπως μας πληροφορεί και η επιτοίχια μαρμάρινη πλάκα στη μεγάλη αίθουσα τελετών και εορτών! Oταν αυτό το κτίριο ολοκληρώθηκε και μεταφερθήκαμε από το λυόμενο σ’ αυτό το οικοδόμημα με όλες τις ανέσεις της σύγχρονης ζωής η χαρά όλων μας, μικρών και μεγάλων ήταν απερίγραπτη! Την ίδια εποχή οικοδομήθηκε και το βρεφοκομείο στο ίδιο οικόπεδο, αλλά εντελώς ανεξάρτητο, δωρεά του αείμνηστου Νικολάου Λυκιαρδόπουλου, εφοπλιστή. Στο διάστημα της οικοδόμησής του και της λειτουργίας του αργότερα, είχαμε τις επισκέψεις της οικογένειας Λυκιαρδόπουλου με δώρα, χρήματα και ρουχαλάκια εκλεκτά από το Λονδίνο! Mωρουδιακά! Εκείνη την εποχή μεταξύ της δεκαετίας 1957-1967 η δύναμη του ορφανοτροφείου κυμαινόταν γύρω στα 40 παιδιά σχολικής ηλικίας και 20 βρέφη και νήπια στο βρεφοκομείο.

Τα μάτια των μικρών παιδιών δεν αλλάζουν έκφραση. Την ίδια έκφραση έχουν αυτά που υπηρέτησα κι’ αυτά που αντικρίζω σήμερα. Eτσι τα νοιώθω να ζουν ατρόμητα και θαρραλέα και θυμάμαι πάντα ένα ρητό κεντημένο στις πετσέτες του νιπτήρα τότε τον παλιό καιρό!
«Κ’ αυτό θα περάσει»

Χάρη στη φιλανθρωπία των ανθρώπων του τόπου μας και χάρη στα άξια Διοικητικά Συμβούλια που φροντίζουν για όλα εκεί μέσα, τα ματάκια τα είδα ατρόμητα και θαρραλέα, αλλά προσοχή!

Αυτές οι ψυχούλες ξέρουν να μας τοποθετούν στην καρδούλα τους και στην μνήμη τους εκεί που αξίζουμε όταν κάνουν τον απολογισμό της μικρής ζωής τους μετά από χρόνια…